γονέας
ουσιαστικό1. Πρόσωπο από το οποίο προέρχεται βιολογικά ένα παιδί, μεταβιβάζοντας γονίδια ή συμμετέχοντας στη σύλληψη.
2. Πρόσωπο που έχει τη νομική ή πρακτική επιμέλεια, φροντίδα και ανατροφή ενός παιδιού.
Συνώνυμα
γονιός κηδεμόνας πατέρας μητέρα μαμά μπαμπάς μάνα υιοθετητής ανάδοχος πρόγονος προπάτορας μανούλα πατερούλης πατριός μητριά φροντιστής φύλακας επιμελητής θετός συγγενής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε γονέας θέλει το καλύτερο για το παιδί του.
- Η υπογραφή του γονέα είναι απαραίτητη για τη συμμετοχή στο σχολικό ταξίδι.
- Έγινε γονέας σε πολύ νεαρή ηλικία και αναγκάστηκε να αλλάξει τη ζωή του.
- Οι γονείς πρέπει να συνεργάζονται με τους δασκάλους για την πρόοδο των παιδιών.
- Τον θεωρούν γονέα της νέας επιστημονικής σχολής.