γοητεύομαι

ρήμα

1. Αισθάνομαι έντονη έλξη ή θαυμασμό προς πρόσωπο, αντικείμενο ή φαινόμενο εξαιτίας της εμφάνισης, του χαρακτήρα, των ικανοτήτων ή άλλων ιδιοτήτων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε φορά που βλέπω το ηλιοβασίλεμα γοητεύομαι.
  • Σε μια καλή μουσική παράσταση γοητεύομαι.
  • Από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισα γοητεύομαι.
  • Από τις πρώτες σελίδες ενός συναρπαστικού βιβλίου γοητεύομαι.
  • Δεν γοητεύομαι εύκολα.