γλεντάω
ρήμα1. Παίρνω μέρος ή προκαλώ χαρούμενη διασκέδαση, συνήθως σε κοινωνική παρέα, με μουσική, χορό, φαγητό και ποτό, εκδηλώνοντας ζωηρή διάθεση, ανεμελιά και έντονη ευθυμία.
Συνώνυμα
διασκεδάζω διασκεδάζομαι ξεφαντώνω ξεσαλώνω γλεντοκοπώ γλεντιέμαι γλεντώ περνάω κεφάνομαι γιορτάζω κεφάομαι χαίρομαι ευφραίνομαι πανηγυρίζω ξενυχτάω γελάω εμπαίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα γλεντάω στο γάμο της αδερφής μου.
- Στο πανηγύρι γλεντάω με τα τραγούδια και το χορό.
- Τις διακοπές γλεντάω τα χρήματά μου χωρίς τύψεις.
- Με τους φίλους μου γλεντάω και ξεχνάω τα προβλήματα.
- Στην τάξη συχνά γλεντάω τον καινούριο καθηγητή με ειρωνεία.