γίνομαι
ρήμα1. Αλλάζω κατάσταση, μορφή ή ιδιότητα, αποκτώντας νέα χαρακτηριστικά ή ρόλο.
2. Συμβαίνει ή εκδηλώνεται κάποιο γεγονός, περιστατικό ή κατάσταση.
3. Δημιουργούμαι ή προκύπτω ως αποτέλεσμα διαδικασίας, πράξης ή εξέλιξης.
Συνώνυμα
γίνω τυχαίνω απογίνομαι συμβαίνω προκύπτω μετατρέπομαι μεταβάλλομαι αλλάζομαι εξελίσσομαι σχηματίζομαι συντελείται μεταμορφώνομαι καταλήγω παράγομαι δημιουργούμαι παθαίνω εμφανίζομαι εκδηλώνομαι παρουσιάζομαι μπορώ είμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με τα χρόνια γίνομαι πιο υπομονετικός.
- Τι γίνεται εδώ; Γιατί ακούγεται τόση φασαρία;
- Το ξύλο μετά την επεξεργασία γίνεται ένα όμορφο τραπέζι.
- Αν δεν προσπαθήσεις, δεν γίνεσαι καλύτερος.
- Κατά τη διάρκεια της γιορτής γίνονται πολλές συζητήσεις μεταξύ των καλεσμένων.