βιβλίο
ουσιαστικό1. Αντικείμενο αποτελούμενο από σελίδες (χαρτί ή άλλο υλικό) δεμένες ή ενωμένες μεταξύ τους και καλυμμένο με εξώφυλλο, που φέρει γραπτό κείμενο, εικόνες ή συνδυασμό αυτών και προορίζεται για ανάγνωση ή αναφορά.
Συνώνυμα
τόμος βίβλος εγχειρίδιο οδηγός έργο πόνημα έκδοση χειρόγραφο βιβλιαράκι βιβλίδιο μπροσούρα κείμενο γραπτό μυθιστόρημα λεξικό ανθολογία συλλογή δοκίμιο διήγημα χαρτί ημερολόγιο μητρώο πρωτόκολλο λογαριασμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Διάβασα ένα καλό βιβλίο χθες το βράδυ.
- Το βιβλίο ταμείου ενημερώνεται κάθε μέρα.
- Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα πενήντα.
- Η παρουσίαση βασίζεται στο βιβλίο του καθηγητή.
- Το όνομά του μπήκε στο βιβλίο των ρεκόρ.