βεβαιωμένος
επίθετο1. Που έχει πεποίθηση ή βεβαιότητα για την αλήθεια, την εγκυρότητα ή την πραγματοποίηση κάποιου γεγονότος ή κατάστασης.
2. Που έχει επιβεβαιωθεί ή έχει λάβει βεβαίωση, θεωρείται δηλαδή διαπιστωμένο ή τεκμηριωμένο.
Συνώνυμα
βέβαιος σίγουρος επιβεβαιωμένος επαληθευμένος διαβεβαιωμένος δεδομένος τεκμηριωμένος πιστοποιημένος αποδεδειγμένος πεισμένος εγγυημένος επικυρωμένος διασταυρωμένος έγκυρος αδιάψευστος αληθινός πραγματικός δοκιμασμένος εξασφαλισμένος σιγουρευμένος εμπεριστατωμένος ασφαλισμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είμαι βεβαιωμένος ότι θα έρθεις αύριο.
- Η Μαρία ήταν βεβαιωμένη για τα αποτελέσματα των εξετάσεων.
- Το ραντεβού είναι βεβαιωμένο για τις τρεις το απόγευμα.
- Είμαστε βεβαιωμένοι πως η πληρωμή έχει γίνει.
- Ο οδηγός δήλωσε ότι το φορτίο ήταν βεβαιωμένο πριν την αναχώρηση.