αφορώ

ρήμα

1. Να δηλώνει ότι κάτι έχει σχέση ή συνάφεια με συγκεκριμένο θέμα, πρόσωπο ή κατάσταση.

2. Να απευθύνεται ή να προορίζεται για κάποιον ή κάποια ομάδα, υποδηλώνοντας ποιος ή τι επηρεάζεται ή εμπλέκεται.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ αφορώ κυρίως τα θέματα ποιότητας στο έργο.
  • Ως διευθυντής του τμήματος, αφορώ την τελική απόφαση για τις προσλήψεις.
  • Στην επιστολή προς τους πελάτες αφορώ τις αλλαγές στην πολιτική επιστροφών.
  • Δεν αφορώ σε προσωπικά ζητήματα των συναδέλφων.
  • Στη συνάντηση της ομάδας αφορώ την πρόοδο των εργασιών μου.