αυτοσχεδιασμός

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή διαδικασία δημιουργίας, εκτέλεσης ή έκφρασης χωρίς προετοιμασία ή προκαθορισμένο σχέδιο.

2. Άμεση και αυθόρμητη προσαρμογή ή αντιμετώπιση απρόβλεπτων καταστάσεων με χρήση των διαθέσιμων μέσων και σκέψης επί τόπου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αυτοσχεδιασμός στο σόλο της κιθάρας εντυπωσίασε το κοινό.
  • Στο εργαστήριο θεάτρου, ο αυτοσχεδιασμός ενθαρρύνει τη συνεργασία των ηθοποιών.
  • Ο αυτοσχεδιασμός του προπονητή στην αλλαγή της τακτικής έσωσε το παιχνίδι.
  • Ο αυτοσχεδιασμός μας βοήθησε να φτιάξουμε μια προσωρινή στέγη με ό,τι υλικά είχαμε.
  • Οι μαθητές έκαναν αυτοσχεδιασμό για να εξασκηθούν στην αρμονία.