αυταρχισμός

ουσιαστικό

Τρόπος άσκησης εξουσίας που επιβάλλει τη θέληση ενός προσώπου ή μιας ομάδας με αυστηρό έλεγχο, περιορισμό της ελευθερίας και απαίτηση απόλυτης υπακοής.

Συνώνυμα

δεσποτισμός τυραννία δεσποτεία απολυταρχία δικτατορία αυθαιρεσία αυστηρότητα δυναστεία μοναρχισμός αρχομανία εξουσιαστισμός συγκεντρωτισμός καταπίεση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αυταρχισμός δεν αφήνει χώρο για ελεύθερη έκφραση.
  • Πολλοί πολίτες ανησυχούν όταν βλέπουν σημάδια αυταρχισμού στην εξουσία.
  • Η συμπεριφορά του διευθυντή έδειχνε έντονο αυταρχισμό.
  • Στην ιστορία της χώρας υπήρξαν περίοδοι αυταρχισμού και λογοκρισίας.
  • Ο αυταρχισμός σε μια οικογένεια μπορεί να δημιουργήσει ένταση και φόβο.