ατιμία
ουσιαστικό1. Κατάσταση απώλειας τιμής και σεβασμού· ντροπή, διασυρμός ή έντονη υποτίμηση στην εκτίμηση των άλλων.
2. Νομική ή κοινωνική ποινή ή στίγμα που επιφέρει αποστέρηση πολιτικών ή κοινωνικών δικαιωμάτων ή καταξίωσης, σε ιστορικά ή νομικά πλαίσια.
Συνώνυμα
ατιμασμός ντροπιασμός εξευτελισμός ατίμωση ντροπή διασυρμός διαπόμπευση στίγμα ταπείνωση γελοιοποίηση κατάντια προσβολή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η δημόσια αποκάλυψη της απάτης του ήταν μεγάλη ατιμία για την οικογένειά του.
- Δεν θα επιτρέψουμε να υποστεί ατιμία εξαιτίας ενός παλιού λάθους.
- Στη νομική ιστορία, η ατιμία συχνά σήμαινε την απώλεια πολιτικών δικαιωμάτων.
- Το να τον εξευτελίζουν μπροστά σε όλους είναι καθαρή ατιμία.
- Ακόμα και μετά τη συγγνώμη, η πράξη του ήταν μια ατιμία για την κοινότητα.