ασυμβατότητα

ουσιαστικό

Κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα στοιχεία, ιδέες, συστήματα ή χαρακτηριστικά δεν μπορούν να συνυπάρξουν ή να λειτουργήσουν αρμονικά μεταξύ τους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ασυμβατότητα του λογισμικού με το νέο λειτουργικό σύστημα προκάλεσε πολλά προβλήματα.
  • Υπάρχει ασυμβατότητα ανάμεσα στις δύο απόψεις για τη λύση του ζητήματος.
  • Ο γιατρός διαπίστωσε ασυμβατότητα μεταξύ των φαρμάκων που παίρνει ο ασθενής.
  • Η ασυμβατότητα των αρχείων δεν μας επέτρεψε να τα ανοίξουμε.
  • Η χημική ασυμβατότητα των ουσιών απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.
  • Η επιτροπή ανέφερε πως υπάρχει ασυμβατότητα στους κανονισμούς που ισχύουν σε διαφορετικές χώρες.