ασθένεια
ουσιαστικό1. Παθολογική κατάσταση ή διαταραχή του οργανισμού ή μέρους αυτού που προκαλεί απόκλιση από τη φυσιολογική λειτουργία, εκδηλώνεται με συμπτώματα ή σημεία και μπορεί να είναι οξεία ή χρόνια, με ποικίλες αιτίες (λοιμώξεις, γενετικοί, περιβαλλοντικοί ή άλλοι παράγοντες).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ασθένεια τον ανάγκασε να μείνει στο κρεβάτι για εβδομάδες.
- Υπέφερε από ασθένεια που οι γιατροί δυσκολεύονταν να διαγνώσουν.
- Οι ασθένειες του χειμώνα μεταδίδονται εύκολα σε κλειστούς χώρους.
- Η ασθένεια του δέντρου προκάλεσε το μαρασμό των φύλλων.
- Η ασθένεια της διαφθοράς έχει βαθιές επιπτώσεις στην κοινωνία.