αρωγή
ουσιαστικό1. Παροχή πόρων, υπηρεσιών ή ενεργειών προς πρόσωπο, ομάδα ή σκοπό με σκοπό την κάλυψη αναγκών, τη διευκόλυνση δραστηριοτήτων ή την αποκατάσταση της λειτουργίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ζήτησε αρωγή όταν τραυματίστηκε στο μονοπάτι.
- Το πρόγραμμα του δήμου παρέχει αρωγή σε άπορες οικογένειες.
- Η ιατρική αρωγή ήταν καθοριστική για την ανάρρωσή του.
- Οι εθελοντές πρόσφεραν αρωγή στους πυρόπληκτους.
- Η ηθική αρωγή των φίλων της τη βοήθησε να συνεχίσει.