αρχειοθήκη
ουσιαστικό1. Χώρος ή έπιπλο για οργανωμένη φύλαξη και ταξινόμηση εγγράφων, φακέλων και φυσικών αρχείων.
2. Ηλεκτρονικό σύστημα ή βάση δεδομένων που αποθηκεύει, οργανώνει και παρέχει πρόσβαση σε ψηφιακά αρχεία και τεκμήρια.
Συνώνυμα
αρχείο αρχειοστάσιο αποθετήριο φακελοθήκη αποθήκη ντουλάπι συρτάρι φάκελος συρταριέρα ντουλάπα θήκη κουτί βιβλιοθήκη συλλογή δεξαμενή καβάτζα θησαυροφυλάκιο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αρχειοθήκη του γραφείου περιέχει παλιά συμβόλαια και φακέλους.
- Στην αρχειοθήκη του δήμου φυλάσσονται τα ιστορικά δημόσια έγγραφα.
- Άνοιξε την αρχειοθήκη στον υπολογιστή για να βρεις το συμβόλαιο σε ψηφιακή μορφή.
- Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο διαθέτει αρχειοθήκη για αποθηκευμένα μηνύματα.
- Η μνήμη του παππού μοιάζει με αρχειοθήκη γεμάτη παλιές ιστορίες και ημερολόγια.