αρμόδιος

επίθετο

1. Που έχει την αρμοδιότητα, την εξουσία ή τη δικαιοδοσία να ενεργεί, να αποφασίζει ή να επιβλέπει για ένα συγκεκριμένο θέμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αρμόδιος υπάλληλος θα σας ενημερώσει για τις λεπτομέρειες.
  • Η αρμόδια υπηρεσία χειρίζεται τα παράπονα πολιτών.
  • Το θέμα ανήκει στον αρμόδιο υπουργό, όχι σε εμάς.
  • Οι αρμόδιοι τεχνικοί επισκέφθηκαν το κτίριο για έλεγχο.
  • Το αρμόδιο όργανο εξέδωσε νέα απόφαση.