αργοπορία
ουσιαστικό1. Το γεγονός ή η κατάσταση κατά την οποία κάποιος, κάτι ή μια ενέργεια πραγματοποιείται μετά τον αναμενόμενο, συμφωνημένο ή κανονικό χρόνο.
Συνώνυμα
καθυστέρηση κωλυσιεργία βραδυπορία υστέρηση βραδύτητα αναβολή αναβλητικότητα παράταση εκκρεμότητα ασυνέπεια επιβράδυνση ραστώνη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αργοπορία του τρένου προκάλεσε αναστάτωση στο σταθμό.
- Ζήτησε συγγνώμη για την αργοπορία του στο ραντεβού.
- Λόγω της αργοπορίας στην αποστολή των υλικών, η εργασία καθυστέρησε δύο εβδομάδες.
- Η αργοπορία των αποφάσεων στο συμβούλιο δημιούργησε προβλήματα στη διοίκηση.
- Η αργοπορία στην ανταπόκριση των υπηρεσιών επηρέασε την εμπειρία των πελατών.