απόλυση
ουσιαστικό1. Πράξη ή διαδικασία με την οποία τερματίζεται η εργασιακή σχέση ενός εργαζομένου από τον εργοδότη, με συνέπεια την απομάκρυνση από τη θέση εργασίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απόλυση του υπαλλήλου έγινε χωρίς προειδοποίηση.
- Η εταιρεία ανακοίνωσε μαζική απόλυση δεκάδων εργαζομένων.
- Ο εισαγγελέας διέταξε την απόλυση της υπόθεσης λόγω έλλειψης στοιχείων.
- Μετά την ολοκλήρωση της ποινής του, η απόλυση του κρατούμενου ορίστηκε για τον Αύγουστο.
- Η απόλυση του βλήματος σήμανε την έναρξη της μάχης.