αποτελώ
ρήμα1. Προσφέρω τμήμα ή στοιχείο που συμβάλλει στη σύνθεση, στη δομή ή στη λειτουργία ενός συνόλου.
2. Λειτουργώ ή παρουσιάζομαι ως κάτι συγκεκριμένο όταν κάτι θεωρείται, χαρακτηρίζεται ή περιγράφεται με αυτόν τον τρόπο.
Συνώνυμα
συνιστώ απαρτίζω συνίσταμαι αποτελούμαι συνθέτω σχηματίζω συγκροτώ συγκαταλέγω είμαι συγκροτούμαι περιλαμβάνω συντίθεμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αποτελώ μέλος μιας διεπιστημονικής ομάδας.
- Ως εκπρόσωπος της κοινότητας, αποτελώ τη φωνή της στους αρμόδιους φορείς.
- Με την εμπειρία μου στον τομέα, αποτελώ πολύτιμο στήριγμα για τους νεότερους συναδέλφους.
- Με τα χαρακτηριστικά αυτά, αποτελώ παράδειγμα προς μίμηση για τους μαθητές.
- Λόγω της παρουσίας μου στην επιτροπή, αποτελώ το σύνδεσμο μεταξύ διαφόρων ομάδων.