αποταμίευση

ουσιαστικό

1. Πράξη ή συνήθεια του να θέτει κανείς μέρος του εισοδήματος ή των πόρων του στην άκρη για μελλοντική χρήση, ασφάλεια ή επενδυτική αξιοποίηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

σπατάλη ξόδεμα έξοδα δαπάνη κατανάλωση σπατάλισμα καταναλωτισμός εκροή δανεισμός ψώνια

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αποταμίευση μου στο λογαριασμό αυξάνεται κάθε μήνα.
  • Κάνω αποταμίευση κάθε μήνα για έκτακτες ανάγκες.
  • Η μειωμένη αποταμίευση της χώρας επηρεάζει τις επενδύσεις.
  • Η νέα εφαρμογή προσφέρει αποταμίευση χρόνου για τους υπαλλήλους.
  • Η αποταμίευση ενέργειας στα σπίτια μειώνει το κόστος και τις εκπομπές.