απορρόφηση
ουσιαστικό1. Δράση ή διαδικασία κατά την οποία ένα υλικό ή σώμα δέχεται και συγκρατεί άλλο υλικό (υγρό, αέριο ή σωματίδια) στο εσωτερικό του ή στην επιφάνειά του.
Συνώνυμα
εισρόφηση πρόσληψη αφομοίωση ενσωμάτωση εμπότιση εξαγορά προσάρτηση συγχώνευση κατάποση ρούφηγμα συγκέντρωση υποδοχή εισροή κατανάλωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απορρόφηση του νερού από το χώμα γίνεται πιο γρήγορα μετά τη βροχή.
- Η απορρόφηση της υπέρυθρης ακτινοβολίας εξαρτάται από το υλικό.
- Η επιχείρηση προχώρησε σε απορρόφηση μιας μικρότερης εταιρείας.
- Η απορρόφηση του κραδασμού από το ειδικό υλικό μειώνει τους θορύβους.
- Ο γιατρός εξήγησε ότι η απορρόφηση του φαρμάκου από τον οργανισμό μπορεί να διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο.