αποπροσανατολισμός

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή αίσθημα απώλειας του προσανατολισμού, κατά το οποίο ένα άτομο αδυνατεί να προσδιορίσει με ακρίβεια την κατεύθυνση, τη θέση ή τη σχέση του με το περιβάλλον.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά την πτώση αισθάνθηκε ισχυρό αποπροσανατολισμό.
  • Ο αποπροσανατολισμός της συζήτησης αποσυντόνισε τους δημοσιογράφους.
  • Οι πολιτικές δηλώσεις κατηγορήθηκαν για αποπροσανατολισμό του κοινού.
  • Η ομίχλη προκάλεσε αποπροσανατολισμό στους ναυτικούς.
  • Η μονάδα χρησιμοποίησε αποπροσανατολισμό για να παραπλανήσει τον εχθρό.