αποκολλώ
ρήμα1. Προκαλώ το διαχωρισμό ενός αντικειμένου από την επιφάνεια ή το σημείο στο οποίο ήταν κολλημένο ή ενωμένο, συνήθως με εφαρμογή πίεσης, έλξης ή μηχανικής ενέργειας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε φορά που αποκολλώ το αυτοκόλλητο από τη συσκευασία, φροντίζω να μην το σχίσω.
- Την ταπετσαρία την αποκολλώ από τον τοίχο με προσοχή πριν βάψω.
- Όταν αποκολλώ το βλέμμα μου από την οθόνη, νιώθω ανακούφιση.
- Στο εργαστήριο αποκολλώ φθαρμένα εξαρτήματα πριν τα αντικαταστήσω.
- Συναισθηματικά αποκολλώ πιο δύσκολα από ό,τι νομίζεις.