αποκλείομαι

ρήμα

1. Βρίσκομαι σε κατάσταση αποκλεισμού, με αποτέλεσμα να μη μου επιτρέπεται η συμμετοχή ή η πρόσβαση σε μια ομάδα, εκδήλωση ή διαδικασία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, αποκλείομαι από τον τελικό.
  • Λόγω των νέων κριτηρίων, αποκλείομαι αυτόματα από το πρόγραμμα επιδότησης.
  • Για την ηρεμία του γκρουπ, αποκλείομαι οικειοθελώς από τη συζήτηση.
  • Δεν αποκλείομαι το ενδεχόμενο να ζητήσω βοήθεια αν χρειαστεί.
  • Μετά το περιστατικό, αποκλείομαι σταδιακά από τις δημόσιες εκδηλώσεις.