αποθνήσκω

ρήμα

1. Παύω να εκδηλώνω ζωτικές λειτουργίες· λήξη της ζωής ενός οργανισμού.

2. (μεταφορικά ή για άψυχα) Διακόπτεται ή ολοκληρώνεται η ύπαρξη, η λειτουργία ή η συνέχεια μιας κατάστασης ή οντότητας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν θέλω να αποθνήσκω χωρίς να έχω πει αντίο.
  • Στο ιατρικό σημείωμα, ο όρος 'αποθνήσκω' χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει το τέλος της καρδιακής λειτουργίας.
  • Στο ποίημά του έγραψε: «όταν αποθνήσκω, μην κλάψετε», εκφράζοντας γαλήνη μπροστά στο τέλος.
  • Φοβάμαι ότι μπορεί να αποθνήσκω πριν ολοκληρώσω το έργο μου.
  • Ο συγγραφέας χρησιμοποίησε τη λέξη 'αποθνήσκω' με μεταφορική έννοια για να δείξει το τέλος μιας εποχής.