αποδυναμωμένος
επίθετο1. Που έχει μειωμένη δύναμη, ικανότητα ή αντοχή σε σχέση με την προηγούμενη κατάσταση.
2. Που έχει χάσει μέρος της αποτελεσματικότητας, του κύρους ή της επιρροής του και παρουσιάζει περιορισμένη ισχύ ή αρμοδιότητα.
Συνώνυμα
εξασθενημένος αδύναμος ανίσχυρος απομειωμένος μειωμένος εξαντλημένος καχεκτικός αδυνατισμένος υποβαθμισμένος ατροφικός άρρωστος ανήμπορος αραιωμένος κλονισμένος καταρρακωμένος σβησμένος καμένος υποτονικός απονεκρωμένος εξουθενωμένος
Αντώνυμα
ενισχυμένος ενδυναμωμένος δυνατός ισχυρός γερός ανθεκτικός ακμαίος υγιής αναζωογονημένος σφριγηλός ανανεωμένος εύρωστος αυξημένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ασθενής φαινόταν αποδυναμωμένος μετά τη μακρά ασθένεια.
- Ο στρατός ήταν αποδυναμωμένος μετά τις σημαντικές απώλειες στη μάχη.
- Ο οργανισμός ένιωθε αποδυναμωμένος λόγω της χρόνιας κακής διατροφής.
- Ο αντίπαλος εμφανίστηκε αποδυναμωμένος στις εκλογές μετά τα σκάνδαλα.
- Ο τομέας της οικονομίας έμεινε αποδυναμωμένος μετά την ύφεση.