αποδεσμευμένος
επίθετο1. Που έχει απελευθερωθεί από δεσμούς, υποχρεώσεις ή περιορισμούς.
2. Που έχει αποδεσμεύσει πόρους, κεφάλαια ή αντικείμενα και μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί.
Συνώνυμα
ελεύθερος αδέσμευτος απελευθερωμένος ξεδεσμευμένος διαθέσιμος ελευθερωμένος αποσυνδεδεμένος αποδεσμευθείς ελευθερωθείς απαλλαγμένος αποσπασμένος απεγκλωβισμένος ανεξάρτητος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά την οριστική λύση του συμβολαίου, ο εργαζόμενος ήταν αποδεσμευμένος από κάθε υποχρέωση προς την εταιρεία.
- Ένιωθε αποδεσμευμένος συναισθηματικά μετά το χωρισμό και προτίμησε να μείνει μόνος για λίγο.
- Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, ο πόρος ήταν αποδεσμευμένος και μπορούσε να επαναχρησιμοποιηθεί σε άλλο έργο.
- Ο σύμβουλος προσπάθησε να παραμείνει αποδεσμευμένος από εξωτερικές επιρροές κατά τη λήψη της απόφασης.
- Ο διακομιστής έμεινε αποδεσμευμένος μετά τη μεταφορά των υπηρεσιών, οπότε προγραμματίστηκε η απενεργοποίησή του.