απογείωση
ουσιαστικό1. Η διαδικασία κατά την οποία ένα αεροσκάφος ή άλλο ιπτάμενο μέσο αφήνει το έδαφος και ανεβαίνει στον αέρα.
2. Η ενέργεια εκκίνησης ή εκτόξευσης πυραύλου, διαστημικού οχήματος ή παρόμοιου μέσου προς το διάστημα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απογείωση του αεροπλάνου καθυστέρησε λόγω ομίχλης.
- Η απογείωση της εταιρείας οφείλεται στην επιτυχημένη στρατηγική μάρκετινγκ.
- Η απογείωση της δημοτικότητας του τραγουδιού απέσπασε εκατομμύρια προβολές σε λίγες μέρες.
- Οι μηχανικοί παρακολούθησαν την απογείωση του πυραύλου από το κέντρο ελέγχου.
- Η απογείωση της παράστασης στο δεύτερο μέρος ενθουσίασε το κοινό.
- Η απογείωση της οικονομίας έγινε αισθητή στους δείκτες απασχόλησης.