απατεωνιά
ουσιαστικόΠράξη ή συστηματική συμπεριφορά κατά την οποία κάποιος, μέσω ψευδών δηλώσεων, απόκρυψης πληροφοριών ή παραπλανητικών εντυπώσεων, αποσκοπεί στην απόκτηση χρηματικού, υλικού ή άλλου ωφελήματος εις βάρος τρίτων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απατεωνιά του ξεσκεπάστηκε όταν οι πελάτες ζήτησαν αποδείξεις.
- Μην πέφτεις στην απατεωνιά που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο και ζητά προσωπικά στοιχεία.
- Του είπε ότι ήταν αθώος, αλλά η απατεωνιά του έγινε γρήγορα αντιληπτή.
- Έκαναν απατεωνιά για να κερδίσουν στους διαγωνισμούς, και τώρα αντιμετωπίζουν συνέπειες.
- Δεν αντέχω την απατεωνιά στις σχέσεις, προτιμώ την ειλικρίνεια.