απαλλοτρίωση
ουσιαστικό1. Αναγκαστική μεταβίβαση ιδιοκτησίας ή δικαιωμάτων από ιδιώτη προς το κράτος ή άλλο δημόσιο φορέα για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, που συνοδεύεται συνήθως από καταβολή αποζημίωσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απαλλοτρίωση του οικοπέδου έγινε για την κατασκευή του νέου αυτοκινητόδρομου.
- Οι κάτοικοι αντιτάχθηκαν στην απαλλοτρίωση των περιουσιών τους χωρίς επαρκή αποζημίωση.
- Μετά την απαλλοτρίωση, το κράτος ανέλαβε τη διαχείριση του δημόσιου χώρου.
- Οι φορείς πολιτισμού καταγγέλλουν την απαλλοτρίωση παραδοσιακών στοιχείων από μεγάλες εταιρείες.
- Το σχέδιο νόμου ορίζει τη διαδικασία της απαλλοτρίωσης και τα κριτήρια αποζημίωσης.