απέναντι
επίρρημα1. Σε θέση ή σημείο που βρίσκεται στην άλλη πλευρά, απέναντι από κάτι ή κάποιον.
2. Περιγράφει στάση ή συμπεριφορά που έρχεται σε αντιπαράθεση ή σε αντίθετη θέση ως προς άποψη, ενέργεια ή πρόσωπο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το καφέ είναι απέναντι από το παλιό σινεμά.
- Κάθισε απέναντι από εμένα και άρχισε να μιλάει.
- Είναι απέναντι στις αλλαγές του νόμου.
- Η ομάδα μας θα αγωνιστεί απέναντι στον πρωτοπόρο του πρωταθλήματος.
- Νιώθω αδύναμη απέναντι στις ευθύνες που ανέλαβα.