αοριστία

ουσιαστικό

1. Έλλειψη σαφήνειας ή συγκεκριμένου προσδιορισμού σε ιδέα, πρόταση ή κατάσταση, που καθιστά δύσκολη την κατανόηση, τον προσδιορισμό ή την εφαρμογή της.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αοριστία των οδηγιών προκάλεσε σύγχυση στους εργαζόμενους.
  • Η αοριστία για το μέλλον του έργου δημιουργεί ανασφάλεια στην ομάδα.
  • Σε πολλές επίσημες αναφορές υπάρχει αοριστία όσον αφορά τα ποσοστά και τις ημερομηνίες.
  • Η αοριστία στους νομικούς όρους του συμβολαίου άφησε περιθώριο για διαφωνίες.
  • Στη γλωσσολογία, η αοριστία εκφράζει την απουσία σαφούς προσδιορισμού του χρόνου ή του υποκειμένου.