αοριστία
ουσιαστικό1. Έλλειψη σαφήνειας ή συγκεκριμένου προσδιορισμού σε ιδέα, πρόταση ή κατάσταση, που καθιστά δύσκολη την κατανόηση, τον προσδιορισμό ή την εφαρμογή της.
Συνώνυμα
ασάφεια αοριστότητα αμφισημία θολότητα αβεβαιότητα θολούρα αοριστολογία γενικότητα μπερδεμάρα σκοτεινότητα αποπροσανατολισμός
Αντώνυμα
σαφήνεια οριστικότητα συγκεκριμενότητα διατύπωση διασαφήνιση ειδικότητα ευκρίνεια ακρίβεια βεβαιότητα καθαρότητα διαύγεια ρητότητα προσανατολισμός φανερότητα αποσαφήνιση προσδιορισμός περιγραφή όρος ετικέτα νόημα στόχευση
Παραδείγματα χρήσης
- Η αοριστία των οδηγιών προκάλεσε σύγχυση στους εργαζόμενους.
- Η αοριστία για το μέλλον του έργου δημιουργεί ανασφάλεια στην ομάδα.
- Σε πολλές επίσημες αναφορές υπάρχει αοριστία όσον αφορά τα ποσοστά και τις ημερομηνίες.
- Η αοριστία στους νομικούς όρους του συμβολαίου άφησε περιθώριο για διαφωνίες.
- Στη γλωσσολογία, η αοριστία εκφράζει την απουσία σαφούς προσδιορισμού του χρόνου ή του υποκειμένου.