αντιμετωπίζομαι

ρήμα

1. Υποβάλλομαι σε ενέργεια ή συμπεριφορά από άλλους ή από συνθήκες, δηλαδή γίνομαι αντικείμενο χειρισμού, διαχείρισης ή μεταχείρισης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

αγνοούμαι παραβλέπομαι παραμελούμαι αποφεύγομαι εγκαταλείπομαι αποσιωπούμαι αποκλείομαι απορρίπτομαι

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο νοσοκομείο αντιμετωπίζομαι με φροντίδα και προσοχή από τους γιατρούς.
  • Στη δουλειά αντιμετωπίζομαι με σεβασμό από τους συναδέλφους μου.
  • Όταν κάνω λάθος, συχνά αντιμετωπίζομαι με αυστηρότητα αντί με κατανόηση.
  • Σε αυτή την έρευνα αντιμετωπίζομαι ως αντικείμενο μελέτης.
  • Σε νομικό επίπεδο αντιμετωπίζομαι ως μάρτυρας και όχι ως κατηγορούμενος.