ανταρσία
ουσιαστικό1. Συλλογική δράση κατά της πολιτικής ή διοικητικής εξουσίας που εκδηλώνεται με άρνηση υπακοής, μαζικές ή συχνά βίαιες ενέργειες, με σκοπό την ανατροπή ή την ουσιαστική αλλαγή των υπαρχουσών δομών.
Συνώνυμα
στάση στασιασμός εξέγερση ξεσηκωμός επανάσταση πραξικόπημα ανυπακοή αντάρτικο ανταρτοσύνη αποστασία αντίσταση συνωμοσία αντιπολίτευση σύρραξη αποσχισμός εναντίωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανταρσία του λαού εναντίον της τυραννίας άλλαξε την πορεία της ιστορίας.
- Στο πλοίο ξέσπασε ανταρσία όταν πολλοί ναύτες αρνήθηκαν να υπακούσουν.
- Οι φοιτητές προκάλεσαν ανταρσία κατά της νέας πολιτικής του πανεπιστημίου.
- Η κόρη έκανε ανταρσία στις οικογενειακές παραδόσεις και επέλεξε άλλο επάγγελμα.
- Η κυβέρνηση κατέπνιξε την ανταρσία με αυστηρά μέτρα.