ανοικτός

επίθετο

1. Που δεν είναι κλειστό και επιτρέπει είσοδο ή πέρασμα, όπως πόρτα, παράθυρο ή χώρος.

2. Που βρίσκεται σε κατάσταση λειτουργίας ή δέχεται κοινό, χρήση ή συναλλαγές (για καταστήματα, υπηρεσίες, εγκαταστάσεις).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πόρτα είναι ανοικτή.
  • Το κατάστημα θα παραμείνει ανοικτό μέχρι τις εννέα.
  • Είναι ανοικτός σε νέες ιδέες και προτάσεις.
  • Η συζήτηση είναι ανοικτή για όποιον θέλει να συμμετάσχει.
  • Το θέμα παραμένει ανοικτό και θα το συζητήσουμε αύριο.