αναπλήρωση

άλλο

Η διαδικασία ή η ενέργεια με την οποία κάτι αντικαθίσταται ή καλύπτεται ξανά, ώστε να αποκατασταθεί η προηγούμενη κατάσταση ή ποσότητα.

Συνώνυμα

αντικατάσταση υποκατάσταση πλήρωση επαναπλήρωση επανεφοδιασμός συμπλήρωση κάλυψη γέμισμα ανατροφοδότηση αναπλήρωμα αποζημίωση επανόρθωση μπάλωμα υποκατάστατο αποκατάσταση ανάκτηση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αναπλήρωση του καθηγητή θα γίνει από συνάδελφο αυτή την εβδομάδα.
  • Η αναπλήρωση των αποθεμάτων στο ράφι έγινε πριν το Σαββατοκύριακο.
  • Η αναπλήρωση των μαθημάτων λόγω αργίας θα γίνει το Σάββατο.
  • Η αναπλήρωση των υγρών μετά την προπόνηση είναι απαραίτητη για την αποκατάσταση.
  • Η αναπλήρωση της κενής θέσης στο τμήμα αναμένεται τον επόμενο μήνα.