αναλγησία

ουσιαστικό

1. Έλλειψη ή σημαντική μείωση της ικανότητας αντίληψης του πόνου, όπως εμφανίζεται μετά από χορήγηση αναλγητικών ή λόγω νευροκαταστροφικών βλαβών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αναλγησία κατά τη διάρκεια της εγχείρησης ήταν απαραίτητη για τον ασθενή.
  • Η φαρμακευτική αναλγησία ανακούφισε τον πόνο χωρίς να προκαλέσει γενική νάρκωση.
  • Μετά το σοκ, βιώνει αναλγησία απέναντι στα γεγονότα και δεν αντιδρά συναισθηματικά.
  • Η αναλγησία της κυβέρνησης στα κοινωνικά αιτήματα προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις.
  • Η οικονομική κρίση αποκάλυψε την αναλγησία απέναντι στους πιο ευάλωτους συνανθρώπους.