αναλγησία
ουσιαστικό1. Έλλειψη ή σημαντική μείωση της ικανότητας αντίληψης του πόνου, όπως εμφανίζεται μετά από χορήγηση αναλγητικών ή λόγω νευροκαταστροφικών βλαβών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αισθησία ευαισθησία συμπόνια ευσπλαχνία ανθρωπιά συγκινησιμότητα τρυφερότητα στοργή έλεος καλοσύνη φιλανθρωπία ενσυναίσθηση ερεθισμός σπλαχνικότητα συναισθηματικότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αναλγησία κατά τη διάρκεια της εγχείρησης ήταν απαραίτητη για τον ασθενή.
- Η φαρμακευτική αναλγησία ανακούφισε τον πόνο χωρίς να προκαλέσει γενική νάρκωση.
- Μετά το σοκ, βιώνει αναλγησία απέναντι στα γεγονότα και δεν αντιδρά συναισθηματικά.
- Η αναλγησία της κυβέρνησης στα κοινωνικά αιτήματα προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις.
- Η οικονομική κρίση αποκάλυψε την αναλγησία απέναντι στους πιο ευάλωτους συνανθρώπους.