αναγκαιότητα

ουσιαστικό

1. Η κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία η ύπαρξη ή η πραγματοποίηση ενός παράγοντα επιβάλλεται για να επιτευχθεί, να διατηρηθεί ή να λειτουργήσει σωστά ένα αποτέλεσμα ή ένα σύστημα, επειδή χωρίς αυτόν τον παράγοντα το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί.

Συνώνυμα

ανάγκη επιτακτικότητα απαίτηση υποχρέωση αναγκασμός αναγκαστικότητα προαπαιτούμενο απαραίτητο επιταγή επιβολή ζόρι πίεση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αναγκαιότητα της προσαρμογής στα νέα δεδομένα είναι προφανής.
  • Οι νέοι κανόνες υπογραμμίζουν την αναγκαιότητα ενημέρωσης των στοιχείων.
  • Η αναγκαιότητα της χειρουργικής επέμβασης αποφασίστηκε από τους γιατρούς.
  • Αντιλαμβάνομαι την αναγκαιότητα να βοηθήσουμε τους πληγέντες.
  • Η αναγκαιότητα περικοπών στον προϋπολογισμό προκάλεσε έντονες συζητήσεις.