ανίσχυρος

επίθετο

1. Που διαθέτει μικρή ή ελάχιστη ικανότητα για να ασκήσει φυσική δύναμη ή αντοχή.

2. Που στερείται εξουσίας, επιρροής ή νομικής ισχύος για να επιβάλει αποφάσεις ή να επηρεάσει καταστάσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ηλικιωμένος ένιωσε ανίσχυρος να σηκωθεί από την καρέκλα.
  • Η μητέρα ένιωσε ανίσχυρη απέναντι στην ασθένεια του παιδιού.
  • Το δικαστήριο κήρυξε τη συμφωνία ανίσχυρη λόγω παραβίασης των όρων.
  • Οι εργαζόμενοι ένιωθαν ανίσχυροι απέναντι στην εταιρεία μετά τις απολύσεις.
  • Το μέτρο κρίθηκε ανίσχυρο και δεν εφαρμόστηκε.