ανέχεια

ουσιαστικό

Κατάσταση σοβαρής οικονομικής στέρησης κατά την οποία άτομα ή οικογένειες δεν διαθέτουν τα αναγκαία υλικά αγαθά και πόρους για την κάλυψη βασικών βιοτικών αναγκών, όπως τροφή, στέγη, ρουχισμός και πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, με αποτέλεσμα περιορισμό της αυτονομίας και της κοινωνικής συμμετοχής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανέχεια στην περιοχή αυξήθηκε μετά το κλείσιμο του εργοστασίου.
  • Πολλές οικογένειες ζουν στην ανέχεια και χρειάζονται βοήθεια.
  • Δεν το έκανε από ανέχεια, αλλά από επιλογή.
  • Η ανέχεια του πολέμου άφησε πίσω της κατεστραμμένες οικονομίες και ερημωμένα χωριά.
  • Μεγάλωσε στην ανέχεια, αλλά δεν το άφησε να καθορίσει τη ζωή του.