ανέκδοτο
ουσιαστικόΣύντομη, συνήθως χιουμοριστική ή ευτράπελη διήγηση ή ιστορία που αποσκοπεί στην ψυχαγωγία και στην πρόκληση γέλιου, συχνά με αναπάντεχο ή αιχμηρό τέλος.
Συνώνυμα
αστείο πλάκα καλαμπούρι κωμωδία ιστορία αστειάκι χιουμοράκι ιστοριούλα διήγημα σαχλαμάρα μπουρδολογία μαλακία πατάτα φάρσα αφήγημα διήγηση γελοιότητα χαβαλές
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μου είπε ένα ανέκδοτο και όλοι ξέσπασαν σε γέλια.
- Κατά τη συνέντευξη, αφηγήθηκε ένα συγκινητικό ανέκδοτο από τα νιάτα του.
- Το χειρόγραφό του παρέμεινε ανέκδοτο για πολλά χρόνια.
- Ανακάλυψαν στο αρχείο πολλά ανέκδοτα, άγνωστα στο ευρύ κοινό.
- Η κατάσταση στην υπηρεσία ήταν τέτοια που μπορούσες να τη χαρακτηρίσεις ανέκδοτο.