αμελώς

άλλο

Με αμέλεια, χωρίς τη δέουσα προσοχή ή επιμέλεια.

Συνώνυμα

απρόσεκτα αβλεπώς επιπόλαια ανεύθυνα παραμελημένα απερίσκεπτα αδιάφορα αμέριμνα απαθώς αφηρημένα ασυνείδητα χαλαρά βιαστικά αφελώς

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο οδηγός χειρίστηκε το όχημα αμελώς και προκάλεσε το ατύχημα.
  • Πέρασε αμελώς δίπλα από τους ζητιάνους χωρίς να τους κοιτάξει.
  • Η εταιρεία αγνόησε αμελώς τις προειδοποιήσεις και υπέστη σημαντικές ζημιές.
  • Την πλήγωσε αμελώς με τα λόγια του, χωρίς να το εννοεί.
  • Άφησε αμελώς τα ευαίσθητα έγγραφα πάνω στο γραφείο και κάποιος τα πήρε.
  • Μιλούσε αμελώς, χωρίς να έχει συλλέξει όλα τα στοιχεία της υπόθεσης.