επίτηδες
επίρρημαΓίνεται με πρόθεση και θέληση, όχι από λάθος ή αμέλεια, με σκοπό να επιτευχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα ή να προκαλέσει αντίδραση.
Συνώνυμα
εσκεμμένα σκόπιμα σκοπίμως ηθελημένα εκουσίως εσκεμμένως ηθελημένως συνειδητά προμελετημένα επιτηδευμένα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το έσπασε επίτηδες για να μου δείξει ότι δεν το θέλει.
- Δεν το έκανε επίτηδες, ήταν ατύχημα.
- Το είπες επίτηδες; Θες να με πληγώσεις;
- Άφησα το κλειδί πάνω στο τραπέζι επίτηδες για να το βρεις.
- Μου έκλεισε το τηλέφωνο επίτηδες όταν άρχισα να μιλάω για τη δουλειά.