αλληλεπίδραση
ουσιαστικό1. Αμοιβαία ανταλλαγή ενεργειών, επιρροών ή πληροφοριών μεταξύ δύο ή περισσότερων οντοτήτων, στοιχείων ή συστημάτων, που προκαλεί τροποποίηση της συμπεριφοράς, της κατάστασης ή των ιδιοτήτων τους.
Συνώνυμα
διάδραση διαδραστικότητα επικοινωνία επαφή συνεργασία συνέργεια διεπαφή συναλλαγή διασύνδεση διάλογος συναναστροφή χημεία τριβή σύνδεση σχέση αντίδραση ανταπόκριση επίδραση δράση συμμετοχή συσχέτιση συνύπαρξη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αλληλεπίδραση στα κοινωνικά δίκτυα μπορεί να διαμορφώσει την κοινή γνώμη.
- Η αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπου και υπολογιστή καθορίζει την εμπειρία του χρήστη.
- Η αλληλεπίδραση των φαρμάκων μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες παρενέργειες.
- Η αλληλεπίδραση μεταξύ σωματιδίων εξηγεί τις θεμελιώδεις δυνάμεις στη φυσική.
- Η αλληλεπίδραση αρπακτικού και θηράματος επηρεάζει την ισορροπία του οικοσυστήματος.