ακμή

ουσιαστικό

1. Η υψηλότερη ή κορυφαία φάση ανάπτυξης ή έντασης ενός φαινομένου, μιας κατάστασης ή μιας δραστηριότητας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στην εφηβεία πολλοί αντιμετωπίζουν ακμή στο πρόσωπο.
  • Ο καλλιτέχνης βρισκόταν στην ακμή της δόξας του.
  • Η ακμή του κύβου είναι 5 εκατοστά.
  • Η πόλη γνώρισε οικονομική ακμή μετά την ανάπτυξη των βιομηχανιών.
  • Το φως αντανάκλασε στην ακμή της λεπίδας.