αιτιολόγηση

ουσιαστικό

1. Διαδικασία κατά την οποία παρουσιάζονται λόγοι, αποδείξεις ή επιχειρήματα που τεκμηριώνουν και υποστηρίζουν μια απόφαση, πράξη ή θέση, με σκοπό την κατανόηση ή την αποδοχή της.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αιτιολόγηση της απόφασης ήταν σαφής και τεκμηριωμένη.
  • Χωρίς αιτιολόγηση, το αίτημα δεν έγινε δεκτό.
  • Ο καθηγητής ζήτησε αιτιολόγηση για την απουσία κάθε φοιτητή.
  • Στην επιστημονική εργασία πρέπει να δώσεις αιτιολόγηση των μεθόδων που χρησιμοποίησες.
  • Η δικαστική αιτιολόγηση της ποινής αναλύει τα αποδεικτικά στοιχεία.