αιτία
ουσιαστικό1. Παράγοντας ή περίσταση που προκαλεί άμεσα ή έμμεσα ένα αποτέλεσμα ή μια μεταβολή.
2. Λόγος ή εξήγηση που δικαιολογεί την ύπαρξη, την εμφάνιση ή την εκδήλωση ενός γεγονότος.
3. Αφετηρία ή πηγή από την οποία προκύπτει κάτι, φυσικά ή εννοιολογικά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αιτία του ατυχήματος διερευνάται από την αστυνομία.
- Δεν βρήκα την πραγματική αιτία των δυσλειτουργιών στον υπολογιστή.
- Ως αιτία για την καθυστέρηση ανέφερε προσωπικά προβλήματα.
- Οι αιτίες της οικονομικής κρίσης είναι σύνθετες.
- Η εισβολή θεωρήθηκε αιτία πολέμου.