αθλιότητα
ουσιαστικόΚατάσταση ή συνθήκη που χαρακτηρίζεται από μεγάλη σωματική, ψυχική ή ηθική δυστυχία, ένδεια ή εξαθλίωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αθλιότητα των συνθηκών στο παλιό κτίριο ήταν ανυπόφορη.
- Έζησε χρόνια μέσα στην αθλιότητα και τη φτώχεια.
- Δεν μπορώ να ανεχτώ τέτοια ανθρώπινη αθλιότητα.
- Η πολιτική αθλιότητα της εποχής φαινόταν σε κάθε απόφαση.
- Η αθλιότητα του δωματίου έκανε την παραμονή εκεί πολύ δύσκολη.