αδιάκοπα
επίρρημα1. Με τρόπο που δεν διακόπτεται και διαρκεί συνεχώς στο χρόνο, χωρίς παύση.
2. Με σταθερή επιμονή ή ασταμάτητη επανάληψη σε μια δράση ή κατάσταση.
Συνώνυμα
συνεχώς αδιάλειπτα ασταμάτητα διαρκώς ακατάπαυστα αδιαλείπτως συνεχόμενα ατέλειωτα σταθερά μονίμως παντοτινά ανέκαθεν αιωνίως συχνά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μηχανισμός λειτουργεί αδιάκοπα εδώ και εβδομήντα δύο ώρες.
- Η βροχή έπεφτε αδιάκοπα όλη τη νύχτα.
- Σκέφτεται αδιάκοπα τον παλιό φίλο της.
- Οι διαδηλωτές φώναζαν αδιάκοπα μέχρι τα ξημερώματα.
- Το τηλέφωνο χτυπούσε αδιάκοπα, χωρίς να προλαβαίνουμε να απαντήσουμε.