ίχνος

ουσιαστικό

1. Σημάδι ή αποτύπωμα που αφήνεται από ένα σώμα καθώς περνάει πάνω ή μέσα από μια επιφάνεια και μαρτυρά τη θέση ή την κίνηση του σώματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είδαμε τα ίχνη των παπουτσιών στην άμμο.
  • Δεν υπάρχει ούτε ίχνος αμφιβολίας για την απόφαση.
  • Τα ίχνη DNA στο δείγμα βοήθησαν στην εξιχνίαση της υπόθεσης.
  • Στο κρασί δεν εντοπίστηκε ίχνος ζάχαρης.
  • Δεν άφησε ίχνος λύπης πίσω της.
  • Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν ίχνη αρχαίου οικισμού.