ένστολος
ουσιαστικόΠρόσωπο που υπηρετεί στις ένοπλες δυνάμεις ή σε σώματα ασφαλείας και φορά επίσημη στολή στο πλαίσιο της υπηρεσίας.
Συνώνυμα
αστυνομικός αστυνόμος αστυφύλακας μπάτσος λιμενικός πυροσβέστης στρατιωτικός στρατιώτης αξιωματικός καραβανάς χωροφύλακας ανθυπαστυνόμος υπαστυνόμος φρουρός φύλακας σερίφης υπαξιωματικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ένστολος σταμάτησε την περιπολία για να βοηθήσει τον ηλικιωμένο.
- Οι ένστολοι φρουρούσαν την είσοδο του κτιρίου κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης.
- Κάθε ένστολος οφείλει να τηρεί τους κανόνες της υπηρεσίας.
- Το παράσημο απονεμήθηκε στον ένστολο για τη γενναιότητά του στην επιχείρηση.
- Τον αποκάλεσαν ήρωα όταν είδαν τον ένστολο να σώσει το παιδί από το ποτάμι.